Άρθρο

Οι αλλαγές στο Κληρονομικό Δίκαιο

Οι αλλαγές στο Κληρονομικό Δίκαιο

Στις 22 Μαΐου 2026 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 5303/2026 σχετικά με την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου. Ο νόμος έρχεται να εκσυγχρονίσει τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου μετά από 80 χρόνια και να επιφέρει αλλαγές, οι οποίες αλλάζουν σε σημαντικό βαθμό το κληρονομικό δίκαιο όπως μέχρι σήμερα το γνωρίζαμε. Ο νόμος προσαρμόστηκε στους προσφάτους μετασχηματισμούς που έγιναν τα τελευταία χρόνια επί του παραδοσιακού θεσμού της οικογένειας καθώς και στις νομοθετικές αλλαγές που επήλθαν, εντάσσοντας στον νόμο διατάξεις περί σύμφωνου ελεύθερης συμβίωσης, γάμο μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών και περισσότερα.

Οι κυριότερες από τις μεταρρυθμίσεις αφορούν την αναμόρφωση της νόμιμης μοίρας και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, την εισαγωγή νέων θεσμών, τον περιορισμό της ευθύνης των κληρονόμων για άγνωστα χρέη και την αναβάθμιση της δικαστικής εκκαθάρισης της κληρονομιάς. Οι αλλαγές θα εφαρμοστούν, με μικρές εξαιρέσεις οι οποίες αφορούν διαδικαστικές ρυθμίσεις, για θανάτους που επέρχονται από την 16η Σεπτεμβρίου 2026 και έπειτα. 

Πιο αναλυτικά οι αλλαγές:

Σχετικά με τις διαθήκες:

·           Πρώτη φορά η απόλυτη ακυρότητα για διαθήκες που έχουν συνταχθεί από περισσότερα πρόσωπα κάμπτεται καθώς αυτές μπορούν να ισχύσουν πλέον ως κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου, εφόσον είναι έγκυρη ως τέτοια.

·           Μπορούν πλέον να συντάσσουν διαθήκη, υπό τους ειδικότερους περιορισμούς που θέτει ο νόμος, οι ανήλικοι, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους.

·           Αποσαφηνίζεται πλέον το ζήτημα της ελλιπούς χρονολογίας επί ιδιόγραφης διαθήκης, καθώς γίνεται ρητή αναφορά στον νόμο ότι αυτή δεν επιφέρει από μόνη της την ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης.

·           Προστίθεται η επισήμανση ότι η κατάθεση στον συμβολαιογράφο της ιδιόγραφης διαθήκης για φύλαξη σε περίπτωση όπου γίνει από τον διαθέτη πρέπει να γίνει αυτοπροσώπως.

·           Σημαντική αλλαγή στις ιδιόγραφες διαθήκες από πρόσωπα που περιθάλπονται σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας επιφέρει το αρ.1724. Εφόσον τα πρόσωπα αυτά κατά τη διάρκεια της περίθαλψής τους ή εντός διαστήματος τριών μηνών από την διακοπή της, καταρτίζουν διαθήκη με την οποία καθιστούν κληρονόμους πρόσωπα ή φορείς που συνδέονται με αυτούς, η διαθήκη είναι άκυρη κατά το μέρος αυτό, εκτός κι αν πρόκειται για πρόσωπα που θα καλούνταν σε περίπτωση εξ αδιαθέτου διαδοχής.

·           Στις δημόσιες διαθήκες που συντάσσονται ενώπιον συμβολαιογράφου καθίσταται νόμιμη η χρήση μηχανικών/ ηλεκτρονικών μέσων σε όσους πάσχουν από σοβαρή αναπηρία λόγου, έτσι ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική βούληση του διαθέτη. Αντίστοιχα και σε περίπτωση μυστικής διαθήκης εφόσον ο διαθέτης δεν μπορεί να γράψει ή να θέσει την υπογραφή του, δύναται να προβεί σε σύνταξη της διαθήκης με μηχανικά μέσα.

·           Η αναφορά για τις έκτακτες διαθήκες γίνεται πλέον συγκεντρωτικά, για περιπτώσεις όπου το άτομο διατρέχει άμεσο κίνδυνο θανάτου εξ’αιτίας έκτακτης περίπτωσης, ενδεικτικά λόγω αποκλεισμού, επιδημίας, θαλάσσιου ταξιδιού ή πολέμου.

·           Το κύρος της διαθήκης που δημοσιεύεται από συμβολαιογράφο στην πλατφόρμα του Μητρώου Διαθηκών κρίνεται από το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο. Μπορεί αυτή να κηρυχθεί κύρια από οποιονδήποτε που έχει έννομο συμφέρον, έτσι ώστε να παράγει έννομα αποτελέσματα. Σε περίπτωση όπου δημοσιεύθηκε ιδιόγραφη διαθήκη που είχε κατατεθεί σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, αυτή παράγει έννομα αποτελέσματα και πριν από την κήρυξή της ως κύριας, ενώ αν δεν είχε κατατεθεί προς φύλαξη, παράγει έννομα αποτελέσματα μόνο αν με αυτή τιμά ο διαθέτης και κατιόντες ή σύζυγο. Τα παραπάνω ισχύουν και σε περίπτωση όπου δημοσιευθεί διαθήκη δύο έτη μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου. Ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια, αν περάσουν πέντε έτη από την δημοσίευσή της και εφόσον δεν υπήρξε αμφισβήτηση περί της γνησιότητάς της σε δίκη μεταξύ προσώπων που ευνοούνται ή βλάπτονται από αυτήν, τεκμαίρεται γνήσια.

Για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο εισάγεται ο θεσμός των κληρονομικών συμβάσεων αιτία θανάτου. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή η οποία αποδεικνύει την τάση για εκσυγχρονισμό του δικαίου εν συνόλω. Αποτυπώνονται στον νόμο δύο ειδών κληρονομικές συμβάσεις, αυτές αιτία θανάτου και συμβάσεις με τις οποίες ένα πρόσωπο παραιτείται εκ των προτέρων από τα δικαιώματα στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου του. Με την θέσπιση των διατάξεων ο διαθέτης έχει μεγαλύτερη ελευθερία βούλησης και ελέγχου επί της περιουσίας του καθώς την κατανέμει με τον τρόπο που εκείνος επιλέγει όσο ζει όσο και μετά τον θάνατό του. Οι μακροχρόνιες διενέξεις που αφορούσαν τις διαθήκες ενώπιον δικαστηρίων μπορούν να επιλυθούν με τον τρόπο αυτόν πολύ πιο απλά και σύντομα. Ειδικότερα προβλέπονται στο Τέταρτο Κεφάλαιο του Κληρονομικού Δικαίου στα άρθρα 1798 έως και 1807, με άξια αναφοράς τα εξής:

·           Ο κληρονομούμενος, ένας ή περισσότεροι, μπορεί με σύμβαση, η οποία λαμβάνει τον συμβολαιογραφικό τύπο υποχρεωτικά και με αυτοπρόσωπη παρουσία των συμβαλλομένων, να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο και να επιλέξει το εφαρμοστέα δίκαιο στην κληρονομική διαδοχή. Γενικά μπορεί να προβεί σε όποια ενέργεια για την οποία μπορεί να συντάξει διαθήκη. Η ικανότητα του διαθέτει για την σύνταξη της κληρονομικής σύμβασης κρίνεται όπως και για την περίπτωση σύνταξης διαθήκης. 

·           Ισχύς έχουν αναλογικώς οι διατάξεις περί δημοσίευσης διαθηκών, σχετικά με την δημοσίευση κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου είτε από έναν είτε από περισσότερα πρόσωπα. 

·           Εκτός από την περίπτωση όπου ο τιμώμενος με μια κληρονομική σύμβαση υποπέσει σε παράπτωμα, αντίστοιχο με την περίπτωση όπου θα μπορούσε ένας εξ αδιαθέτου κληρονόμος να στερηθεί την νόμιμη μοίρα του, ανάκληση της κληρονομικής σύμβασης δεν ανακαλείται μονομερώς. Για διατάξεις της κληρονομικής σύμβασης πέραν αυτών που αναφέρονται παραπάνω, μπορεί να γίνει ανάκλησή τους ελεύθερα από διάταξη τελευταίας βούλησης, δηλαδή διαθήκης, η οποία συντάχθηκε σε μετέπειτα χρόνο.

·           Ο τιμώμενος με κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου μπορεί να προχωρήσει σε αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς ή της κληροδοσίας μετά την επαγωγή σε αυτόν.

·           Μεταγενέστερη κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μπορεί να τροποποιήσει ή και να καταργήσει την προηγούμενη. Καταργεί όμως και προγενέστερη διαθήκη, αλλά μόνο για τις διατάξεις που αντίκειται σε αυτή.

·           Το αντικείμενο της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου συνεχίζεται να διατίθεται ελεύθερα από τον κληρονομούμενο, η βούληση του οποίου δεν περιορίζεται – εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά στην σύμβαση. Αν όμως ο κληρονομούμενος διαθέσει την περιουσία του εν ζωή από χαριστική αιτία με σκοπό την βλάβη του τιμωμένου, αυτός, έχει δικαίωμα ασκώντας αγωγή, εφόσον έχει γίνει η επαγωγή, να ανατρέψει την χαριστική δικαιοπραξία. Η άνω αγωγή πρέπει  να ασκηθεί εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της κληρονομικής σύμβασης και σε κάθε περίπτωση εντός πέντε έτη από την διάθεση.

·           Σε περίπτωση που περισσότεροι διαθέτουν την περιουσία τους με την ίδια κληρονομική σύμβαση, η ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης ενός, σε περίπτωση αμφιβολίας, συμπαρασύρει την ακύρωση της σύμβασης εξ’ ολοκλήρου. Χωρεί, όπως και στις διαθήκες, ακύρωση της κληρονομικής σύμβασης αιτίας θανάτου λόγω πλάνης, απάτης, απειλής. Δεν δύναται να ακυρωθεί όμως αυτή η σύμβαση μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, αν το δικαίωμα ακύρωσης είχε γεννηθεί ήδη στο πρόσωπο αυτού και αποσβήσθηκε κατά τον χρόνο της επαγωγής.

·           Καθότι πρόκειται για σύμβαση, προβλέπεται το δικαίωμα υπαναχώρησης, η οποία γίνεται με δήλωση προς τον αντισυμβαλλόμενο, η οποία δήλωση λαμβάνει συμβολαιογραφικό τύπο.

·           Καθίστανται άκυρες σε κάθε περίπτωση συμβάσεις οι οποίες περιορίζουν το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης του κληρονομουμένου υποχρεώνοντάς τον να καταρτίσει ή όχι διάταξη τελευταίας βούλησης είτε να ανακαλέσει ή όχι υφιστάμενη. Δυνητικά άκυρη είναι η σύμβαση με την οποία αυτός αναλαμβάνει υποχρέωση κατάρτισης διάταξης τελευταίας βούλησης υπέρ προσώπου, εφόσον από την ερμηνεία της προκύπτει ότι τα μέρη θα ήθελαν να ισχύσει αυτή ως κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου αν είχαν γνώση της ακυρότητας.

·           Συμβάσεις οι οποίες ένα πρόσωπο παραιτείται από τα μελλοντικά δικαιώματά του επί της κληρονομίας του αντισυμβαλλομένου του είναι νόμιμες, ανεξάρτητα αν γίνεται ολική ή μερική παραίτηση, με ή χωρίς αντάλλαγμα. Η σύμβαση γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με δήλωση χωρίς αίρεση ή προθεσμία, με εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων για τις δικαιοπραξίες. Η δήλωση παραίτησης σε περίπτωση αμφιβολίας, επιφέρει τα αποτελέσματά της και στους κατιόντες του παραιτηθέντος. Παρόλ’ αυτά ο διαθέτης μπορεί να τιμήσει τον παραιτηθέντα με διάταξη τελευταίας βούλησης.

Αξιοσημείωτες αλλαγές επήλθαν και στην εξ’ αδιαθέτου διαδοχή:

·           Στην δεύτερη τάξη της διαδοχής, στην οποία καλούνται μαζί οι γονείς και οι αδερφοί του κληρονομουμένου, καθώς και τα τέκνα και οι εγγονοί αδερφών που εξέπεσαν πριν ή μετά την επαγωγή, εάν εκπέσει κάποιος γονέας, η μερίδα του προσαυξάνει κατά ιδανικό  μερίδιο την μερίδα των αδερφών, ή των τέκνων ή εγγονών αδερφών, οι οποίοι κληρονομούν κατά ρίζες. Σε περίπτωση που δεν καλούνται στην κληρονομιά οι προαναφερθέντες, η  μερίδα του έκπτωτου γονέα προσαυξάνει το μερίδιο του επιζώντος συζύγου.

·           Εμπλουτίζεται η διάταξη που αφορά το ποσοστό των ετεροθαλών αδερφών ώστε να επιλυθεί το ερμηνευτικό πρόβλημα που δημιουργούνταν από την ασάφεια στην διατύπωση της προϋφιστάμενης διάταξης.

·           Αυξάνεται το ποσοστό επί της κληρονομίας που περιέρχεται στον επιζώντα σύζυγο. Σε περίπτωση που αυτός καλείται στην κληρονομιά μαζί με συγγενείς της πρώτης τάξης, εάν πρόκειται για ένα τέκνο, λαμβάνει το ένα τρίτο, εάν πρόκειται για δύο ή παραπάνω τέκνα, λαμβάνει το ένα τέταρτο. Με τους συγγενείς της δεύτερης τάξης καλείται στο μισό της κληρονομιάς. Εφόσον δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης και της δεύτερης τάξης, ο σύζυγος καλείται ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμος στο σύνολο της περιουσίας.

·           Επιπλέον για τον σύζυγο που επιζεί, εάν στην κληρονομιαία περιουσία υπάρχει ακίνητο το οποίο κατά το διάστημα που ζούσε ο κληρονομούμενος αποτελούσε την κύρια κατοικία αυτού και του συζύγου του, ο σύζυγος έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τότε που επήλθε ο θάνατος.

·           Δίνεται επίσης η δυνατότητα στον σύζυγο που επιζεί, αντί να λάβει την μερίδα που του αναλογεί, να αιτηθεί στο δικαστήριο της κληρονομίας, εντός διαστήματος τεσσάρων μηνών από τη λήξη της προθεσμίας για αποποίηση, να λάβει την επικαρπία στα αντικείμενα της κληρονομίας. Το δικαίωμα αυτό αποσβήνεται με τον θάνατο του συζύγου και είναι αμεταβίβαστο.

·           Στην πέμπτη τάξη καλείται για πρώτη φορά, εφόσον δεν καλείται σύζυγος, πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη συμβίωση με τον κληρονομούμενο κατά τα τελευταία τρία έτη πριν επέλθει ο θάνατος, ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχαν αποκτηθεί τέκνα με τον κληρονομούμενο. Το πρόσωπο αυτό χαίρει όμοιων δικαιωμάτων με τον σύζυγο. Αποκτά την κληρονομία από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, με προϋπόθεση να έχει υποβάλει σχετικό αίτημα στο δικαστήριο της κληρονομίας.

·           Κληροδοσία εκ του νόμου καθορίζεται πλέον για άτομα που έχουν αναλάβει χωρίς αντάλλαγμα την φροντίδα του κληρονομουμένου για διάστημα το λιγότερο έξι μηνών κατά τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

Αλλαγές έγιναν και επί της νόμιμης μοίρας. Η νόμιμη μοίρα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συμμετοχή του μεριδούχου στην κληρονομία ως κληρονόμου, αλλά ως χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου, ίση με το μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας, θεσπίζονται προθεσμίες για την άσκηση της αξίωσης αυτής και ενισχύεται σημαντικά η θέση του επιζώντος συζύγου. Αναλυτικότερα:

·           Κατά των κληρονόμων, οι κατιόντες και οι γονείς, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, έχουν χρηματική αξίωση κατά το ήμισυ της αξίας της εξ’ αδιαθέτου μερίδας τους. Η αξίωση αυτή γεννάται το πρώτον κατά τον θάνατο του κληρονομουμένου, μπορεί να κληρονομηθεί και να μεταβιβαστεί. Για την εκπλήρωση αυτής της αξίωσης μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την αυτούσια απόδοση ποσοστού ή περιουσιακού στοιχείου από την κληρονομία που αντιστοιχεί στην νόμιμη μοίρα. Αντιστοίχως μπορεί να διαταχθεί αυτό από το δικαστήριο σε περίπτωση κληρονόμου που ευθύνεται με την ατομική του περιουσία έναντι των δανειστών. Η αξίωση αυτή παραγράφεται σε κάθε περίπτωση με την πάροδο εικοσαετίας από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

·           Επί της νόμιμης μοίρας δεν γίνεται προσαύξηση.

·           Εφόσον στην νόμιμη μοίρα μεριδούχου, ο οποίος είναι κληρονόμος, υπάρχει περιορισμός, μπορεί αυτός να αποποιηθεί την κληρονομία, αλλά να ζητήσει την νόμιμη μοίρα που του αντιστοιχεί.

·           Ο μεριδούχος του οποίου η νόμιμη μοίρα υπολείπεται εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει το ποσό αυτό από όποιο πρόσωπο έλαβε από τον κληρονομούμενο δωρεά ή γονική παροχή, η οποία συνυπολογίζεται στην κληρονομία βάσει νόμου. Η αξίωση αυτή παραγράφεται τρία έτη μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.

Αναβάθμιση επήλθε και σε ότι αφορά τα χρέη της κληρονομίας και την εκκαθάριση αυτής:

·         Μια από τις σημαντικότερες αλλαγές του νόμου είναι η θέσπιση του άρθρου 1892 σύμφωνα με το οποίο η κληρονόμος δεν ευθύνεται πλέον με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν κάνει σχετική αντίθετη δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου, ή το επιβάλει ο νόμος σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικότερα το άρθρο 1895, αν παραβιάσει δηλαδή κρίσιμους κανόνες διαχείρισης της περιουσίας. Με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης θέλει να περιορίσει το ποσοστό αποποιήσεων, το οποίο ήταν κατά πολύ αυξημένο, καθώς κληρονόμοι κατάχρεων κληρονομιών προχωρούσαν σε αποποίηση, όμως έτσι περιουσίες, και το σημαντικότερο, ακίνητα, έμεναν ανεκμετάλλευτα.

·         Ο νόμος αναβαθμίζει την δικαστική εκκαθάριση. Μπορεί να ζητηθεί από όποιον έχει έννομο συμφέρον η εκκαθάριση της κληρονομιαίας περιουσίας, προβλέπεται αναγγελία δανειστών, απογραφή, έργο εκκαθαριστή και περιορισμούς στη διάθεση κληρονομιαίων αντικειμένων. Η εκκαθάριση της κληρονομίας γίνεται πλέον από τον διορισθέντα δικηγόρο από τον ειδικό κατάλογο που τηρείται στο δικαστήριο της κληρονομίας, έπειτα από απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση.

Εν συνόλω ο Νόμος 5303/2026 εκσυγχρόνισε το κληρονομικό δίκαιο παρεμβαίνοντας σε πλήθος διατάξεων, τόσο ουσιαστικών όσο και διαδικαστικών. Οι μεγαλύτερες τομές είναι η μετατροπή της νόμιμης μοίρας σε χρηματική αξίωση, η εισαγωγή κληρονομικών συμβάσεων, η δυνατότητα πρόωρης παραίτησης από κληρονομικά δικαιώματα, η αλλαγή της θέσης του επιζώντος συζύγου και η αυστηρότερη/πιο οργανωμένη αντιμετώπιση χρεών και εκκαθάρισης κληρονομίας, αλλαγές οι οποίες επιβάλλονταν από την σύγχρονη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.

Οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται στις κληρονομικές σχέσεις, των οποίων ο θάνατος επέρχεται τη 16η Σεπτεμβρίου 2026 ή μεταγενέστερα.

Μπάμπαλος & Συνεργάτες

Επικοινωνήστε με το γραφείο μας για εξειδικευμένες νομικές λύσεις με υπευθυνότητα και επαγγελματισμό.