Άρθρο

Νόμος Κατσέλη: Τι αλλάζει με τη νέα νομοθετική ρύθμιση μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Νόμος Κατσέλη: Τι αλλάζει με τη νέα νομοθετική ρύθμιση μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Η πρόσφατη ψήφιση της νομοθετικής ρύθμισης για τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη αποτελεί σημαντική εξέλιξη για χιλιάδες δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί σε δικαστικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 και εξακολουθούν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Η ρύθμιση εντάχθηκε στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο ψηφίσθηκε στις 24.06.2026, ενώ η σχετική τροπολογία φέρει αριθμό 510/130/23.06.2026 και αφορά, μεταξύ άλλων, τον τρόπο τοκοφορίας των καταβολών της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010. 

Αφορμή για τη νομοθετική παρέμβαση αποτέλεσε η υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι, στις ρυθμίσεις διάσωσης κύριας κατοικίας του Νόμου Κατσέλη, ο τόκος δεν πρέπει να υπολογίζεται επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής, αλλά επί της μηνιαίας δόσης που έχει οριστεί με τη δικαστική απόφαση. 

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη. Στην πράξη, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων επί ολόκληρου του κεφαλαίου οδηγούσε σε σημαντική αύξηση της πραγματικής επιβάρυνσης των δανειοληπτών, πολλές φορές σε απόκλιση από τον προστατευτικό σκοπό του Νόμου Κατσέλη. Αντιθέτως, ο υπολογισμός επί της μηνιαίας δόσης περιορίζει ουσιαστικά την τοκοφορία και οδηγεί σε μικρότερη συνολική επιβάρυνση.

Η νέα ρύθμιση δεν καταργεί τον τόκο ούτε μετατρέπει τυπικά τις ρυθμίσεις σε άτοκες. Εκείνο που αλλάζει είναι η βάση υπολογισμού του τόκου. Ο τόκος εξακολουθεί να οφείλεται, όμως υπολογίζεται πλέον επί της κάθε μηνιαίας καταβολής και όχι επί του συνολικού ποσού που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επεσήμανε ότι με τον τρόπο αυτό δεν θίγεται το δικαίωμα των πιστωτών, αλλά προσδιορίζεται ορθά η βάση υπολογισμού της τοκοφορίας. 

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η νομοθετική ρύθμιση δεν περιορίζεται μόνο στη μελλοντική εφαρμογή της απόφασης. Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δημοσιευμένα στοιχεία, προβλέπεται αναδρομική εφαρμογή από την 1η Απριλίου 2019 για τους ενήμερους δανειολήπτες με ενεργές ρυθμίσεις. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί επιπλέον λόγω του παλαιού τρόπου υπολογισμού δεν επιστρέφονται κατ’ ανάγκη με άμεση καταβολή, αλλά αναγνωρίζονται υπέρ του δανειολήπτη και συμψηφίζονται, οδηγώντας σε μείωση του υπολοίπου ή/και του αριθμού των μελλοντικών δόσεων. 

Πρακτικά, οι δανειολήπτες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης ενδέχεται να δουν τριπλό όφελος: μείωση της μηνιαίας δόσης, μείωση της συνολικής επιβάρυνσης από τόκους και συντόμευση του χρόνου αποπληρωμής. Σε ενδεικτικό παράδειγμα που έχει παρουσιαστεί, δόση ύψους 731 ευρώ μειώνεται σε 483 ευρώ, με τον τόκο να περιορίζεται σε ελάχιστο ποσό, ενώ τα ποσά που είχαν καταβληθεί επιπλέον αφαιρούνται από τις επόμενες δόσεις. 

Η ρύθμιση αφορά κυρίως δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον ν. 3869/2010, έχουν λάβει δικαστική απόφαση ρύθμισης και παραμένουν ενήμεροι ως προς τις καταβολές τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία, δεν φαίνεται να καταλαμβάνει υποθέσεις που έχουν ήδη κλείσει, υποθέσεις στις οποίες η οφειλή έχει αποπληρωθεί, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες ο οφειλέτης έχει εκπέσει από τη ρύθμιση. Επίσης, γίνεται ειδική διάκριση σε σχέση με άλλους μηχανισμούς ρύθμισης, όπως ο ν. 4605/2019 και ο εξωδικαστικός μηχανισμός. 

Από νομική σκοπιά, η εξέλιξη είναι σημαντική διότι μετατρέπει μία κρίσιμη νομολογιακή κρίση σε γενικό κανόνα εφαρμογής για τις ενεργές και ενήμερες ρυθμίσεις. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η ανάγκη νέων δικαστικών ενεργειών από κάθε δανειολήπτη ξεχωριστά και τίθεται ένα ενιαίο πλαίσιο επανυπολογισμού.

Σε κάθε περίπτωση, κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα. Ο δανειολήπτης θα πρέπει να ελέγξει την απόφαση υπαγωγής του, το δοσολόγιο, τις μέχρι σήμερα καταβολές, τον τρόπο με τον οποίο τράπεζα ή εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων έχει υπολογίσει τους τόκους, καθώς και το αν η ρύθμισή του παραμένει ενεργή και ενήμερη.

Συνιστάται οι ενδιαφερόμενοι να ζητήσουν αναλυτική κατάσταση οφειλής και νέο πίνακα αποπληρωμής από την τράπεζα ή τον servicer, ώστε να διαπιστωθεί αν έχει γίνει ορθός επανυπολογισμός σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση και την ΟλΑΠ 6/2026.

Η νέα νομοθετική παρέμβαση αποτελεί, συνεπώς, ουσιώδη εξέλιξη στο πεδίο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και της προστασίας της κύριας κατοικίας. Για τους συνεπείς δανειολήπτες του Νόμου Κατσέλη, μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική οικονομική ελάφρυνση και σε ταχύτερη ολοκλήρωση της ρύθμισης. Για τον λόγο αυτό, ο άμεσος νομικός και οικονομικός έλεγχος κάθε υπόθεσης είναι πλέον αναγκαίος, ώστε να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό ο δανειολήπτης δικαιούται επανυπολογισμό της οφειλής του.

Η νέα ρύθμιση δεν αποτελεί απλώς μία τεχνική διόρθωση στον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Αποτελεί μία θεσμική παρέμβαση αποκατάστασης ισορροπίας υπέρ των συνεπών δανειοληπτών, οι οποίοι για χρόνια κατέβαλλαν τις δόσεις που τους είχαν επιβληθεί δικαστικά, επιδιώκοντας να διασώσουν την κύρια κατοικία τους και να επανενταχθούν οικονομικά.

Σε μία περίοδο κατά την οποία το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να πιέζει χιλιάδες νοικοκυριά, η εφαρμογή της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και η νομοθετική κατοχύρωσή της έχουν ιδιαίτερη κοινωνική σημασία. Το ζητούμενο πλέον είναι η ρύθμιση να εφαρμοστεί άμεσα, ομοιόμορφα και χωρίς προσκόμματα, ώστε οι δικαιούχοι να λάβουν στην πράξη την ελάφρυνση που δικαιούνται.

Μπάμπαλος & Συνεργάτες

Επικοινωνήστε με το γραφείο μας για εξειδικευμένες νομικές λύσεις με υπευθυνότητα και επαγγελματισμό.